22 Σ Χ Ε Δ Ι Α Σ Μ Α Τ Α
του Μ Π Α Μ Π Η Λ Ε Γ Γ Α
στους Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ο Υ Σ Π Ο Λ Ι Ο Ρ Κ Η Μ Ε Ν Ο Υ Σ
Ο Διονύσιος Σολωμός δεν ολοκλήρωσε τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Άφησε το ποίημα σπαρμένο σε σχεδιάσματα – εικόνες και φράσεις -, που αναδύονται και χάνονται, σαν φωνές μες στην αχλή της λιμνοθάλασσας. Σε αυτή την ανοιχτότητα του σολωμικού έργου ανταποκρίθηκε ο Μπάμπης Λέγγας. Με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου, προχώρησε στον σχεδιασμό νέας έκδοσης και στη δημιουργία είκοσι δύο βιβλιοδεσιών. Η διάσταση που επέλεξε ανακαλεί εκείνη των Ελληνικών Χρονικών, σε μια συνειδητή αναφορά στο σχήμα της ιστορικής έκδοσης, από την οποία το ποίημα αντλεί το τυπογραφικό του μέτρο.
Ο Λέγγας επιστρέφει επανειλημμένα στον Ποιητή. Ήδη από το 1999 είχε πραγματοποιήσει φωτογραφική αναπαραγωγή του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, επιχειρώντας τότε την πιστή αποκατάσταση ενός σπάνιου εκδοτικού έργου, ενώ πρόσφατα ανέλαβε την έκδοση του Ύμνου σε 1826 αντίτυπα, τιμώντας το χρονικό ορόσημο της Εξόδου. Τώρα, το εγχείρημα είναι διαφορετικό. Επιχειρεί την εκ νέου συγκρότησή του με την επένδυση ενός μέτρου αισθητικού. Το ποίημα αντιμετωπίζεται ως σώμα που ζητεί τη δική του υλική υπόσταση μέσα από είκοσι δύο νέα σχεδιάσματα. Σε αυτά, το έργο εγγράφεται με το γράμμα του Ποιητή αλλά και με ίχνη, πραγματικά ή ονειρικά, σύμβολα και τοπόσημα.
Η συστηματική επεξεργασία τους ξεκίνησε την άνοιξη του 2025, όταν ο Λέγγας μετέφερε το εργαστήριό του στη Νεράντζα Κορινθίας, προκειμένου να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο έργο αυτό. Με εμπειρία που πλησιάζει τις τέσσερεις δεκαετίες στην πρέσα της βιβλιοδεσίας, αξιοποίησε τις τεχνικές που κατέχει ως μάστορας κι ως μελετητής – έχει αφιερώσει μοναδική έρευνα στα ιστορικά βιβλιοδετεία του ελληνικού χώρου και πέραν αυτού. Η διπλή αυτή ιδιότητα του επέτρεψε να προσεγγίσει το ποίημα με επίγνωση της παράδοσης, αλλά και με διάθεση να τη δοκιμάσει εκ νέου, φέρνοντας τις τεχνικές στα όριά τους, εξετάζοντας τις αντοχές των υλικών κι επιχειρώντας, όπου το απαιτούσε η σύνθεση, τη χρήση νέων.
Εκτός από το κείμενο της πρώτης έκδοσης που επιμελήθηκε ο Ιάκωβος Πολυλάς το 1859, κρατά σε ένα από τα σχεδιάσματά του τον ιστορικό τίτλο με τα εικονοστοιχεία, τοποθετώντας τον κάτω από τον έναστρο ουρανό της Ιερής Πόλης για να θυμίζει τον στίχο του ποιητή: «Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει». Είναι τυπωμένος έγκαυστα, όπως τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Αντωνίου Τερζάκη στην Κέρκυρα: «οι Ελεύθεροι γράφονται κοντά-κοντά, λεπτοί και ευθυτενείς, ενώ οι Πολιορκημένοι χαμηλότεροι και πιο βαρείς» περιγράφει ο ίδιος δίνοντας στα ίδια τα γράμματα το βάρος μιας αφήγησης. Στην πρώτη λέξη, τα στοιχεία υψώνονται σχεδόν όρθια, με μιαν ελαφρότητα που θυμίζει σώματα ακέραια, ακόμη άθικτα από τη δοκιμασία. Στη δεύτερη, αντιθέτως, το πάχος και η συστολή τους δημιουργούν την εντύπωση μιας πίεσης, σαν να έχουν υποχωρήσει προς τα μέσα και φέρουν επάνω τους το βάρος που δηλώνουν. Ο τίτλος παύει να είναι απλή επιγραφή και γίνεται εικόνα: τα γράμματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων μεταφέρουν, πριν ακόμη διαβαστούν, τη διάσταση που χωρίζει την ιδέα από τη μοίρα της.
Ο αναγνώστης ήδη θα έχει αντιληφθεί πως η έμπνευση του Λέγγα αντλείται τόσο από το ίδιο το ποίημα όσο κι από τα ιστορικά του συμφραζόμενα. Ορισμένες συνθέσεις αναφέρονται άμεσα σε τεκμήρια της εποχής: εκτός από τη σημαία της Εθνεγερσίας που αγκαλιάζει το ποίημα, χαρακτηριστική είναι μια χαλκογραφία του Μεσολογγίου – η πιο ακριβής ιστορικά – καμωμένη από το χέρι του Όττο Μάγκνους φον Στάκελμπεργκ, του πρόδρομου της αρχαιολογικής έρευνας και του ρομαντικού φιλελληνισμού, ο οποίος είχε επίγνωση ότι καταγράφει την πραγματικότητα υπό το φως της ιστορίας. Σε αυτή τη μαρτυρία επανέρχεται ο Λέγγας, μεταφέροντας το χαρακτικό στο χρωματικό πεδίο που εξακολουθεί να ορίζει τον μεσολογγίτικο ορίζοντα. Εδώ, η βιβλιοδεσία αναπαράγει ένα από τα σταθερά ιδιόσημα του τόπου.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η σύνθεση που αντλεί από τα σωζόμενα σχέδια των οχυρώσεων. Με τη χρήση περγαμηνής και καπνισμένο ασήμι, ο βιβλιοδέτης αποδίδει το περίγραμμα του οχυρωματικού τείχους, τις γωνίες και τις καμπές του, τη γραμμή άμυνας που όριζε άλλοτε τα όρια της πόλης. Η επιφάνεια του βιβλίου οργανώνεται ως ένα είδος χάρτη, ως μια χάραξη που σώζει την πράξη της οχύρωσης.
Σε άλλο σχεδίασμα επαναφέρει το σχέδιο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου για το Ηρώον του Μεσολογγίου, που εκπονήθηκε το 1830 κατόπιν εντολής του Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά ουδέποτε υλοποιήθηκε μετά την έλευση του Όθωνα. Το ανεκτέλεστο μνημείο, που παρέμεινε επί σχεδόν δύο αιώνες σχέδιο επί χάρτου, βρίσκει στο χέρι του Λέγγα μιαν απρόσμενη υλική πραγμάτωση. Η επιφάνεια του βιβλίου συγκροτείται από εκατόν πενήντα δύο μικροσκοπικές ψηφίδες περγαμηνής, κομμένες και τοποθετημένες μία προς μία, σε μια διαδικασία που απαιτεί ακρίβεια γλύπτη. Ο ίδιος μου μίλησε για «σμίλευση»· και πράγματι, η βιβλιοδεσία αυτή «αναστηλώνει» το μνημείο του Κυβερνήτη.
Ακούγοντάς τον να περιγράφει τη βιβλιοδεσία με τις δάφνες, κρατώ τη δυσκολία της εκτέλεσής της. Η περγαμηνή έπρεπε να λεπτυνθεί σχεδόν έως το απώτατο όριό της, με χειρουργικό εργαλείο και μεγεθυντικό φακό, σε μια διαδικασία αργή και απαιτητική. Και όμως, καθώς περιέγραφε αυτή την επίπονη εργασία, έγινε φανερό ότι το βάρος της δεν ήταν μόνο τεχνικό. «Τότε που έφτιαχνα τις δάφνες», αφηγείται, «ένιωθα ότι πρακτικά φτιάχνω κάτι γι’ αυτούς, ότι τους τιμώ πραγματικά. Το δούλευα και έλεγα: κοίτα τι έκαναν αυτοί· κάνε κι εσύ κάτι γι’ αυτούς». Στη μαρτυρία αυτή διακρίνει κανείς το ήθος της πράξης: η δάφνη είναι το αποτέλεσμα μιας προσήλωσης που υπερβαίνει την τεχνική της σκοπιμότητα. Η δυσκολία της δεν είναι μόνο τεχνική, αλλά και εσωτερική. Μια αίσθηση ευθύνης που εκφράζεται μέσα από τη λιτότητα, καθώς τα σχεδιάσματα στο σύνολό τους, δεν μεταφέρουν ηρωικές πράξεις ή επικές μορφές. Κλείνουν μέσα τους ένα μήνυμα προαιώνιο, μιαν ανατριχίλα αμυδρή που μεταδίδεται μέσα από έναν φωτοστέφανο, μια χρυσή χαρακιά, ένα τάμα.
Υπάρχει, λοιπόν, το Μεσολόγγι ως ιστορικό σύμβολο, υπάρχει όμως και ως κοινότητα. Για τον Λέγγα δεν πρόκειται για αφηρημένη αναφορά. «Ήθελα να ψηλαφείς τους Ελεύθερους Πολιορκημένους», λέει. Μια ενεπίγραφη «πλάκα», χωρίς τίποτ’ άλλο. Τα γράμματα του τίτλου, σμιλεμένα στην επιφάνεια του βιβλίου, αποκτούν το βάρος της πέτρας. Η φράση «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» λειτουργεί έτσι ως επίγραμμα: μια σύντομη επιγραφή που συμπυκνώνει την εμπειρία της Εξόδου. Ποίηση αληθινή που περιγράφει ωστόσο το γιατί του πόνου, το που και το τίμημα.
Παράλληλα, η σχέση του βιβλιοδέτη με τον ζωντανό κόσμο του Μεσολογγίου αποτελεί μέρος της σύλληψης του έργου. Η συνάντησή του με ανθρώπους που εργάζονται για τη διατήρηση της μνήμης, όπως ο Νίκος Κορδόσης, δεν είναι εξωτερικό στοιχείο της αφήγησης. Ακόμη και το κέντημα που ενσωματώνεται σε μία από τις βιβλιοδεσίες, φερμένο από σύγχρονες Μεσολογγίτισσες που κεντούν παραδοσιακές φορεσιές, συμπυκνώνει αυτόν τον κόσμο: μια πράξη συνέχειας, όπου η μνήμη περνά από χέρι σε χέρι.
Αφετηρία όλων αυτών είναι ότι ο δημιουργός ανοίγεται στο ίδιο το κείμενο. Σε ένα σχεδίασμα αντλεί από τη γραφή του Σολωμού: η αναπαραγωγή του χειρόγραφου τίτλου συνιστά επιστροφή στη στιγμή της σύλληψης, όταν το ποίημα υπήρχε ακόμη ως τετράδιο εργασίας. Σε άλλα, το νήμα ξεκινά από τις εικόνες του ποιήματος: το όνειρο της Μεσολογγίτισσας, τα φτερά του αγγέλου, το πουλί που βρίσκει τον σπόρο. Οι εικόνες αυτές δεν αποδίδονται ως παραστάσεις, αλλά ως ίχνη.
Τα σχεδιάσματα του Λέγγα για τους Εξοδίτες συγκροτούν έργα με αυτοτελή αισθητική αξία. Η βιβλιοδεσία, τέχνη που κατατάσσεται στις εφαρμοσμένες, εμφανίζεται εδώ ως πεδίο αυτόνομης δημιουργίας. Το βιβλίο δεν αρκείται να προστατεύει το ποίημα, το μεταφέρει σε μια παράλληλη γλώσσα. Ο Λέγγας συνομιλεί με την παράδοση των παλαιών βιβλιοδετών, αξιοποιεί τις τεχνικές τους, γνωρίζοντας τα όριά τους, και τις οδηγεί εκεί όπου απαιτεί το όραμά του. Τα στοιχεία που προκύπτουν – τίτλοι σμιλεμένοι, οχυρώσεις χαραγμένες, πομπές αιμάτινες – συνθέτουν μια ενιαία πρόταση για το τι μπορεί να είναι σήμερα η τέχνη της βιβλιοδεσίας.
Αν για το σολωμικό έργο έχει ειπωθεί ότι συμπυκνώνει την πορεία τριών ποιητικών γενεών και ανακαλεί την αρχαία πηγή της γλώσσας, για το έργο του Λέγγα θα μπορούσε να λεχθεί ότι κατορθώνει κάτι εξίσου σπάνιο: να σταθεί στο μεταίχμιο της παράδοσης και της σύγχρονης δημιουργίας, χωρίς να ανήκει αποκλειστικά ούτε στη μία ούτε στην άλλη. Στις βιβλιοδεσίες του συναντώνται η τεχνική γνώση και το ένστικτο, η ιστορική συνείδηση και η λαϊκή αίσθηση του μέτρου, η μνήμη του παλαιού και η ανάγκη του παρόντος. Ελάχιστα σύγχρονα έργα στο κύμα της ψηφιακής ευκολίας συγκεντρώνουν με τόση συνέπεια την επιμονή της χειροτεχνίας, τη σοφία της παράδοσης, την επίγνωση της ιστορίας και τη σιωπηλή αναφορά σε μιαν εμπειρία κοινή. Τα σχεδιάσματα αυτά συγκροτούν έναν κρίκο συνέχειας σε μια τέχνη που ξαναγνωρίζουμε και το καμίνευμα μιας δοκιμασίας προσωπικής. Είναι η «φούγκα» του Μπάμπη Λέγγα στη βιβλιοδεσία.
Γιώργος Μυλωνάς